Αγορές Ακίνητων
Μέχρι την ανέγερση του προσωρινού Ναού των Αγίων Αναργύρων, οι Θείες Λειτουργίες γινόντουσαν στο Mechanics Hall της Δημαρχίας του Oakleigh.
Το 1965 έγινε η πρώτη αγορά ακινήτου στο 81 Willesden Road, Oakleigh, η οικία του οποίου μετατράπηκε διαδοχικά σε παρεκκλήσι, σχολικές αίθουσες, γραφεία, για να εξυπηρετήσει τις εκάστοτε ανάγκες των ομογενών της περιοχής και των παιδιών τους.
Μερικούς μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1966, στο χιάιρο πίσω από την πολύχρηστη κατοικία θεμελιώθηκε η προσωρινή εκκλησία της Κοινότητας από τον Επίσκοπο Ναζιανζού, και νυν Αρχιεπίσκοπο Νέας Ζηλανδίας και Άπω Ανατολής, κ.κ. Διονύσιο.
Με προσωπική εργασία του Διοικητικού Συμβουλίου και των ομογενών της περιοχής ανεγέρθηκε προσωρινός ναός για την εξυπηρέτηση των αυξανόμενων αναγκών των πιστών της περιοχής. Τον Φεβρουάριο του 1967 έγιναν τα Θυρανοίξια από τον μακαριστό πρώην Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας, κ.κ. Ιεζεκιήλ.
Η συνεχής αύξηση του ελληνισμού της περιοχής, αλλά και η αποφασιστικότητα του Διοικητικού Συμβουλίου να αντικαταστήσει τον λειτουργικό, αλλά μικρό σε χωριτικότητα προσωρινό ναό, ώθησαν στην αγορά, το 1969, άλλων δύο οικοπέδων, πάνω στα οποία Θεμελιώθηκε ο σημερινός, μεγαλοπρεπής, Ιερός Ναός της Κοινότητας.
Ημέρα θεμελίωσης του Ιερού Ναού είχε οριστεί η 7 Νοεμβρίου 1971, για να συμπέσει με τον Πανηγυρική Θεία Λειτουργία για την εορτή των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού. Η καταρρακτώδης όμως βροχή που διήρκεσε για ημέρες υποχρέωσε την Κοινότητα να αναβάλει την τελετή της θεμελίωσης για την 13 Φεβρουαρίου 1972.
Τα Θυρανοίξια του νέου, επιβλητικού και μεγάλων διαστάσεων Ιερού Ναού τελέστηκαν την 14 Οκτωβρίου 1973 χοροστατούντος του αειμνήστου πρώην Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ.κ. Ιεζεκιήλ. Χιλιάδες πιστών είχαν συγκεντρωθεί για να παραστούν μάρτυρες στα Θυρανοίξια του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε πνευματικό κέντρο των νοτιοανατολικών προαστίωντης Μελβούρνης.
Ο νέος ναός, με την χωρητικότητά του, την κεντρική του θέση και το αίσθημα κατάνυξης που δημιουργεί στους πιστούς, παράλληλα με την προσήνεια και δημοτικότητα του Ιερατ. Προϊσταμένου, π. Ν. Μουτάφη, έγιναν πόλος έλξης μεγάλου αριθμού ομογενών, οι οποίοι μετοίκησαν στο Οakleigh και στα προσκείμενα σε αυτό προάστια, δημιουργώντας έτσι την μεγαλύτερη εστία ελληνισμού της Μελβούρνης και προσδίδοντας έτσι στην περιοχή έναν ιδιότυπο ελληνικό χαρακτήρα.
Οι δημογραφικές αυτές εξελίξεις ενδυνάμωσαν την πεποίθηση του Διοικητικού Συμβουλίου πως η περιοχή της Κοινότητας εξελισσόταν σε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του απόδημου ελληνισμού και έδωσαν νέα ώθηση στο οικοδομικό πρόγραμμα. Μετά την αποπεράτωση του Ιερού Ναού έγινε αισθητή η ανάγκη ενός Κοινοτικού Κέντρου για τις διάφορες σχολικές, πολιτιστικές και κοινωνικές ανάγκες των ομογενών.

"Ετσι στις 5 Δεκεμβρίου 1976 Θεμελιώθηκε το Κοινοτικό Κέντρο, και στις 2 Ιουλίου, ημέρα πανηγυρικών εκδηλώσεων για την εορτή των Αγίων Αναργύρων, έγιναν με την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια τα εγκαίνια του λαμπρού αυτού οικοδομήματος το οποίο τόσο πολύ χρησιμοποιήθηκε, και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, από την ομογένεια.

Το Κοινοτικό Κέντρο, με την μεγάλων διαστάσεων αίθουσα εκδηλώσεων, την ευρύχωρη κουζίνα, την σκηνή για θεατρικές παραστάσεις στον πρώτο όροφο, και τις άνετες τάξεις για τα -σχολεία της Κοινότητας στο ισόγειο, απέβη πραγματικά το κέντρο των ομογενειακών εκδηλώσεων, ένα κέντρο που έφερνε και φέρνει κοντά τη νεολαία με τα μέλη της πρώτης μεταναστευτικής γενιάς, με τρόπο που φυσιολογικά και αβίαστα, η πρώτη γενιά μεταβιβάζει στις νεότερες γενιές την πλούσια πολιτιστική της παράδοση, ενώ παράλληλα διαμορφώνει και τον ιδιάζοντα ελληνο¬αυστραλιανό της χαρακτήρα. Αυτός ο συγκερασμός των πολιτιστικών στοιχείων δεν νοθεύει τα ελληνικά μας ήθη και έθιμα, τα προσαρμόζει στο νέο κοινωνικό τους περίγυρο για να γίνονται ευκολότερα αποδεκτά από τα νεότερα μέλη της παροικίας μας.
"Εχοντας δημιουργήσει τις υποδομές για την εξυπηρέτηση των Θρησκευτικών και κοινωνικών αναγκών της ομογένειας της περιοχής, και εν μέρει για την ελληνομάθεια των νέων, ο Ιερατ. Προϊστάμενος και το Διοικητικό Συμβούλιο της Κοινότητας έστρεψαν την προσοχή τους σε ένα νέο δημογραφικό φαινόμενο: την γήρανση της πρώτης μεταναστευτικής γενιές.
Οι νέοι και μεσήλικες της δεκαετίας του `50 και 60 που γεμάτοι δύναμη και όνειρα ζήτησαν να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στους Αντίποδες, άρχισαν να μπαίνουν στον κύκλο της τρίτης ηλικίας. Οι συνθήκες ζωής των ανεπτυγμένων οικονομιών, σαν την Αυστραλία, δεν ευνοούν την διατήρηση της παραδοσιακής οικογένειας, με τους ηλικιωμένους γονείς να ζουν κάτω από την ίδια στέγη με τα ενήλικα παιδιά τους και να έχουν τη βοήθεια και φροντίδα τους στα δύσκολα χρόνια των γηρατειών.
Η ελληνική παροικία, πιστή στις παραδόσεις της, εξακολουθεί να παρέχει και στους ηλικιωμένους γονείς την προστασία. Υπάρχει όμως και ένας αριθμός ηλικιωμένων ζευγαριών και συχνά μοναχικών ατόμων~ πολλά ηλικιωμένα ζευγάρια, που έχασαν τον ή την σύντροφο της ζωής τους, βρέθηκαν χωρίς τη Θαλπωρή της άμεσης οικογένειας, κι άρχισαν να νιώθουν πιο έντονα τη μοναξιά. Η ελλιπής γνώση της αγγλικής γλώσσας έκανε τη μοναξιά ακόμα πιο αφόρητη.
Η κατάσταση αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους ιθύνοντες της Κοινότητας, οι οποίοι έθεσαν σαν τον επόμενό τους στόχο την ανέγερση διαμερισμάτων για τη στέγαση των γερόντων. Για τον σκοπό αυτό το 1985 αγοράστηκαν δύο συνεχόμενα με την εκκλησία οικόπεδα, και στις 2 Ιουνίου του ιδίου έτους έγινε η Θεμελίωση του συγκροτήματος των διαμερισμάτων.
Στο διάστημα ενός έτους αποπερατώθηκε και αυτό το έργο και τα Θυρανοίξια των 14 διαμερισμάτων έγιναν στις 6 Ιουλίου 1986.
Ο επόμενος στόχος της Κοινότητας ήταν η ίδρυση ενός Ημερήσιου, Δίγλωσσου-Κολεγίου, στο οποίο τα παιδιά, παράλληλα με την γενική τους εκπαίδευση, Θα έχουν την ευκαιρία να εκ μάθουν και την ελληνική γλώσσα, να εξοικειωθούν με την Ορθόδοξη πίστη μας και να γνωρίσουν την ιστορία του έθνους μας και την πολιτιστική μας παράδοση.
Ένθερμος υποστηρικτής του νέου πονήματος, ο π. Ν. Μουτάφης, με την συμπαράσταση του Προέδρου, Κ. Α. Μούσια και του Γραμματέα, κ. Κ Μπαλτά, και των υπ' αυτών Δ.Σ., ρίχτηκε στο έργο για την πραγματοποίησή του.
Παρά τις πολλές δυσκολίες και τα ποικίλα προσκόμματα, η άδεια εξασφαλίστηκε και το Κολέγιο άνοιξε τις πόρτες του στα 91 παιδιά το 1983.
Κατ' αρχήν το Κολέγιο στεγάστηκε στις αίθουσες του Κοινοτικού Κτιρίου και σε σπίτια που αγόραζε η Κοινότητα κάθε φορά που παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Οπωσδήποτε αυτή η διευθέτηση ήταν προσωρινή. Απώτερος στόχος ήταν το χτίσιμο μόνιμων διδακτηρίων και όλων των άλλων έργων υποδομής που χρειάζεται ένα κανονικό σχολείο.
Η αρχή του οικοδομικού έργου έγινε με το διδακτήριο του Γυμνασίου, το οποίο εγκαινιάστηκε από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Δέρβης, κ. Ιεζεκιήλ, στις 7 Ιουλίου 1991.
Μέσα σε τρία χρόνια, τον Νοέμβριο του 1994 εγκαινιάστηκε και το νεόκτιστο Διδακτήριο του Δημοτικού Σχολείου από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Δέρβης, κ. Ιεζεκιήλ.
Δύο χρόνια αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου 1996, εγκαινιάζεται το κτίριο της Βιβλιοθήκης, των Γραφείων Διεύθυνσης, των χώρων χρήσης του εκπαιδευτικού προσωπικού και του σχολικού κυλικείου, η κορωνίδα του κτιριακού συγκροτήματος της Κοινότητας.
Ομολογουμένως, τα παραπάνω κτίρια επιχορηγήθηκαν εν μέρει και από την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, την οποία η Κοινότητα ευγνωμονεί για την κατανόηση που έδειξε. Όμως ένα σεβαστό μέρος των εξόδων για την οικοδόμηση των κτιρίων, και όλα τα έξοδα για την επίπλωση και εξοπλισμό τους, τα επωμίστηκε η Κοινότητα.
Σε αυτό το έργο έσπευσαν σαν πρόθυμοι αρωγοί τα διάφορα σώματα της Κοινότητας, καθώς επίσης και μέλη και ομογενείς, οι οποίοι πρόσφεραν το κατά δύναμη. Η Κοινότητα τους ευχαριστεί όλους, και τους συγχαίρει, γιατί με την βοήθεια και συμπαράστασή τους συνέβαλαν στην πραγματοποίηση ενός μεγαλόπνοου ονείρου, το οποίο θα εξυπηρετεί και Θα τιμά την ομογένεια εσαεί.
Με τα έργα αυτά το ημερήσιο Κολέγιο απέκτησε χώρους διδασκαλίας σχεδιασμένους σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις της εκπαιδευτικής αρχιτεκτονικής, και εξοπλισμένους με όλα τα σύγχρονα εποπτικά μέσα διδασκαλίας, με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για εξειδικευμένες σπουδές.
O π. Νικόλαος, o Πρόεδρος της Κοινότητας, κ. K. Μπαλτάς, και o νέος Διευθυντής του Κολεγίου, κ. A. Παπαδόπουλος, δεν επαναπαύτηκαν με την ιδέα ότι σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα επιτεύχθηκαν τέτοια έργα, πού άλλους πιο εύρωστους οικονομικά οργανισμούς τους πήρε δεκαετίες να τα αποκτήσουν.
O επόμενος, και σίγουρα όχι o τελευταίος, στόχος ήταν η προσθήκη στο κτιριακό συγκρότημα του Κολεγίου ενός μεγάλου και πλήρως εξοπλισμένου Γυμναστηρίου, για την φυσική αγωγή των μαθητών. Κάνοντας την αρχαία ελληνική ρήση «΄Αμ’ έπος άμ’ έργον» πράξη, δόθηκε εντολή στον αρχιτέκτονα του Κολεγίου να αρχίσει την εκπόνηση των σχεδίων για το Γυμναστήριο.
Σύντομα άρχισε και το οικοδομικό έργο. Ο π. Νικόλαος παρακολουθούσε από κοντά την όλη του πρόοδο, και με ανυπομονησία περίμενε να δει το αποτελειωμένο Γυμναστήριο να δέχεται στις ευρύχωρες, και κατάλληλα εξοπλισμένες, αίθουσες του τους πρώτους μαθητές και τις πρώτες μαθήτριες, καθώς και άλλους νέους και νέες της περιοχής, προς επαλήθευση τον αρχαίου ρητού «Νους υγιής εν σώματι υγιεί».
Αν και ο π. Νικόλαος είδε το κτίριο να ολοκληρώνεται και τα διάφορα όργανα φυσικής αγωγής να τοποθετούνται στους καθορισμένους χώρους τους, δεν ευτύχησε να συμμετάσχει στα εγκαίνια του Γυμναστηρίου.
Στις 22 Ιουνίου 2001, λίγους μήνες πριν από τα εγκαίνια του Γυμναστηρίου, αποδήμησε εις Κύριον.
Όταν τον Νοέμβριο του 2001 έγιναν τα εγκαίνια του Γυμναστηρίου, η θλίψη ήταν εμφανής στα πρόσωπα όλων των παρευρισκομένων για την απουσία του εμπνευστή αυτού του νέον αποκτήματος του Κολεγίου, που ο μακαριστός π. Νικόλαος το οραματιζόταν όχι μόνο ως χώρο εξάσκησης των μαθητών του Κολεγίου, αλλά και ως πόλο έλξης των νέων της περιοχής. Γιατί ο π. Νικόλαος, ο οποίος βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τους νέους, και γνώριζε τα προβλήματα που κάποιοι από αυτούς αντιμετώπιζαν, έλπιζε πως το Γυμναστήριο Θα τους έδινε την ευκαιρία να καλλιεργήσουν νέα ενδιαφέροντα, σε βαθμό που Θα μειωνόταν σταδιακά η επίδραση επάνω τους των πειρασμών εκείνων που τους έφερναν αντιμέτωπους με τον νόμο.
Το Κολέγιο σήμερα στέκει επάξια δίπλα στα μεγάλα ανεξάρτητα Κολέγια της Μελβούρνης, με το επιπρόσθετο πλεονέκτημα ότι οι πάνω από 650 μαθητές τον εκπαιδεύονται μέσα σε ένα ελληνορθόδοξο περιβάλλον, αφού οι εγκύκλιες σπονδές τους εμπλουτίζονται από το ανθρωπιστικό πνεύμα των Ελληνικών Σπουδών και από τα ηθικοπλαστικά διδάγματα της Ορθόδοξης Πίστης.

