Το Ξεκίνημα

Η περιφέρεια του Oakleigh είναι ένα από τα νοτιοανατολικά προάστια της Μητροπολιτικής Μελβούρνης, και μέχρι το 1995 αποτελούσε μια από τις 52 Δημαρχίες της πόλης. Το 1994 ενσωματώθηκε με την πρώην Δημαρχία του Waverley για να σχηματισθεί η νέα Δημαρχία του Monash.
Η Μελβούρνη, με τους γύρω στις 200.000 κατοίκους ελληνικής καταγωγής, φημολογείται πως μετά την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη είναι η τρίτη "ελληνική" πόλη. Οπωσδήποτε, στις ΗΠΑ υπάρχουν πόλεις με μεγαλύτερο αριθμό κατοίκων ελληνικής καταγωγής, η παρουσία τους όμως δεν είναι τόσο έντονα αισθητή γιατί ένα μεγάλο ποσοστό έχει προ πολλού αφομοιωθεί. Σε αντίθεση, ο ελληνισμός της Μελβούρνης, ενώ διατηρεί έντονα την πολιτιστική και θρησκευτική του ταυτότητα, διακρίνεται και για το δυναμισμό και την προσφορά του στην οικονομική, πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή της ευρύτερης κοινωνίας, της οποίας αποτελεί ένα ζωτικό μέρος.
Αν, λοιπόν, η Μελβούρνη είναι η τρίτη σε πληθυσμό "ελληνική" πόλη, η περιφέρεια του Oakleigh είναι το "ελληνικότερο" προάστιό της, αφού το ελληνικό στοιχείο αποτελεί το 20% του όλου πληθυσμού της περιοχής, ποσοστό που δεν συναντιέται σε καμιά άλλη περιοχή της Μελβούρνης. Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή του Oakleigh και των περιχώρων είναι έντονα αισθητή στην Θρησκευτική, εκπαιδευτική, κοινωνική και εμπορική ζωή της περιοχής.
Πρέπει να τονιστεί ότι ο ελληνικός χαρακτήρας του Oakleigh άρχισε να διαμορφώνεται από τη δεκαετία του `60 και μετά, όταν ο ελληνισμός των εσωτερικών προαστίων, μετά την εξοικείωσή του με τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρό του, άρχισε να αισθάνεται την ανάγκη της μετοίκησης σε περιοχές που ήταν πλησιέστερες στο χώρο της εργασίας του, ή που του παρείχαν πιο άνετες συνθήκες ζωής.
Πολύ λίγες ήταν οι ελληνικές οικογένειες που ζούσαν στη Δημαρχία του Oakleigh μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του `60. Και όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στην επιθυμία και στις προσπάθειές τους να ιδρύσουν ελληνική Κοινότητα στην περιοχή τους. Ίσως ενοτικτωδώς να πίστευαν πως μόνον έτσι Θα προσελκύονταν και άλλοι συμπατριώτες τους στο κάπως απόμακρο, για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, προάστιο της Μελβούρνης. Γιατί για τον 'Ελληνα η εκκλησία και το ελληνικό σχολείο παραδοσιακά αποτελούν το επίκεντρο της ζωής του, ιδιωτικής, κοινοτικής και κοινωνικής.
Τις πρώτες επαφές με τις λίγες ελληνικές οικογένειες της περιοχής έκανε ο κ. Β. Πατέρας, με τη συμπαράσταση των Δ. Ζαφειρόπουλου, Α. Προβατάρη, Α. Ροβολίδη, Ν. Σταυρινίδη. Ας τονισθεί ότι ο κ. Πατέρας, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Κάιρο της Αιγύπτου, είχε την προηγούμενη εμπειρία μιας δραστήριας και επιτυχημένης ελληνικής παροικίας και γνώριζε πως απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της πίστης, της γλώσσας και της πολιτιστικής μας παράδοσης ήταν η σύσταση βιώσιμων κοινοτικών οργανισμών.
Η παραπάνω ομάδα επισκέφτηκε τον κ. Κ. Παπαδόπουλο τον Οκτώβριο του 1963, για να ζητήσει και τη δική του συνδρομή στο έργο για τη σύσταση ελληνικής Κοινότητας. Ο κ. Κ. Παπαδόπουλος είχε επί σειρά ετών χρηματίσει Γραμματέας της Ελληνικής Κοινότητας Carlton, και ως εκ τούτου είχε προσωπική πείρα γύρω από οργανωτικά Θέματα. Επιπρόσθετα, σαν εκπαιδευτικός με το Υπουργείο Παιδείας της Βικτώριας και γνώστης της αγγλικής, ήταν σε Θέση να βοηθήσει ουσιαστικά στην υλοποίηση του αναληφθέντος έργου.
Ενδυναμωμένη με την παρουσία του κ. Κ. Παπαδόπουλου η ομάδα δράσης προχώρησε
στην εγγραφή μελών και στην εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών για τη σύσταση Κοινότητας. Με την εξασφάλιση άδειας από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας για την ίδρυση εκκλησίας και τη λειτουργία σχολείου, τον Φεβρουάριο του 1964 άρχισαν οι πρώτες περιοδικές λειτουργίες με έκτακτους ιερείς σε χώρο του Mechanics hall της Δημαρχίας Oakleigh.
Για ένα διάστημα τριών περίπου μηνών ο Επίσκοπος Ναζιανζού, κ. Διονύσιος, νυν Αρχιεπίσκοπος Νέας Ζηλανδίας και Άπω Ανατολής, προσέφερε τις υπηρεσίες του για την εξυπηρέτηση των Θρησκευτικών αναγκών των ομογενών της περιοχής.
Ταυτόχρονα, η Οργανωτική Επιτροπή, υπό την καθοδήγηση του μέλους της, εκπαιδευτικού κ. Κ. Παπαδόπουλου, προέβη στην ίδρυση και λειτουργία του πρώτου ελληνικού απογευματινού σχολείου της περιοχής.
Το Πάσχα του 1964 ο αιδεσιμότατος πατέρας Νικόλαος Μουτάφης επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη νεοσύστατη Κοινότητα και τέλεσε τον Εσπερινό της Αγάπης, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να γνωριστεί με όλα τα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής, της οποίας Πρόεδρος ήταν ο κ. Α. Προβατάρης και Γραμματέας ο κ. Κ. Παπαδόπουλος.
Για την ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε ότι ο κ. Παπαδόπουλος γνώριζε τον π. Ν. Μουτάφη, καθότι και οι δύο υπήρξαν μέλη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Ενώσεως Ε7lλήνων Νέων Αυστραλίας. Ο κ. Παπαδόπουλος υπέδειξε στα υπόλοιπα μέλη της Οργανωτικής Επιτροπής την τοποθέτηση του π. Νικολάου στην νεοϊδρυθείσα Κοινότητα, και με την έγκριση αυτής έγραψε στον Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας, μακαριστόν κηρόν κ.κ. Ιεζεκιήλ, εισηγούμενος την τοποθέτηση του π. Νικολάου στην Κοινότητα του Oakleigh.
Ο π. Νικόλαος υπηρετούσε τότε στην πόλη Newcastle της Ν.Ν.Ο. Η μετάθεσή του στη Μελβούρνη πραγματοποιήθηκε το Μάρτιο του 1964, και ο Σεβασμιότατος του έδωσε την ευκαιρία να επιλέξει μεταξύ των τότε νεοϊ ιδρυθέντων Κοινοτήτων του Ascot Vale, South Melbourne και Oakleigh. Ο π. Νικόλαος τοποθετήθηκε στην Κοινότητα του Oakleigh, την Κοινότητα της επιλογής του, με την οποία ταυτίστηκε και την οποία υπηρετεί μέχρι σήμερα για 32 χρόνια.
Η αρχή για την εξυπηρέτηση των Θρησκευτικών, εκπαιδευτικών, εθνικών και κοινωνικών αναγκών του ελληνισμού της περιοχής έγινε. Κανείς όμως από τους πρωτεργάτες τότε δεν Θα μπορούσε να διανοηθεί ότι η σύσταση της Κοινότητας Θα γινόταν η απαρχή μιας δημιουργικής πορείας με ιστορικούς σταθμούς την ανέγερση του περικαλλούς Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων, το κτίσιμο του επιβλητικού Κοινοτικού Κτιρίου και την οικοδόμηση των άνετων διαμερισμάτων για τους ηλικιωμένους.
Μα πάνω απ' όλα, δεν Θα τολμούσαν ούτε καν να διανοηθούν πως η Κοινότητα που ίδρυσαν, και που αρχικά στεγάστηκε σε μια ιδιωτική κατοικία, σε λίγα χρόνια Θα ίδρυε ένα Ημερήσιο Δίγλωσσο Κολέγιο, το οποίο Θα γινόταν ο πνευματικός φάρος για χιλιάδες ελληνόπουλα της Μελβούρνης, και η εγγύηση της διατήρησης της γλώσσας μας, της θρησκείας μας και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Μια Κιβωτός στην πολυπολιτισμική Μελβούρνη, η οποία Θα διασώσει για τις επερχόμενες γενιές τις βασικές αξίες που αποτέλεσαν τη βάση του δυτικού πολιτισμού. Μια μαρτυρία ότι ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία είναι έννοιες συνυφασμένες αδιάρρηκτα, γι αυτό και είναι ακατάλυτες. Και ένα δίδαγμα για το τι μπορεί να επιτελεστεί, και με τα πενιχρέστερα οικονομικά μέσα, όταν η σύμπνοια και η ομόνοια κατευθύνουν τις ενέργειές μας. Και πάνω απ' όλα, όταν κατορθώσουμε να υποτάξουμε το "εγώ" μας, που οπωσδήποτε είναι απαραίτητο για την προσωπική επιτυχία μας, στο "εμείς" του Μακρυγιάνη; όταν πρόκειται για συλλογικά έργα.
"Μα τούτο είναι Θαύμα", αναφώνησε ο κ. Ε. Παπανικολάου, μέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου, όταν το 1991 επισκέφτηκε την Κοινότητά μας, για να προσθέσει ανεπιτήδευτα: "Πρέπει να είστε υπερήφανοι για τα δημιουργήματά σας. Εγώ, πάντως, είμαι υπερήφανος που εσείς, τα αδέλφια μου, επιτύχατε με την προσωπική σας εργασία και με την βοήθεια των ομογενών μας να δημιουργήσετε τούτο το περίλαμπρο ελληνοχριστιανικό κέντρο''.
Τούτα τα αυθόρμητα λόγια Θαυμασμού ενός ελλαδίτη επισκέπτη είναι η αντικειμενικότερη εκτίμηση του έργου της Κοινότητας, το οποίο έργο αποτελεί την μέχρι σήμερα προσφορά του οργανισμού στον ελληνισμό της περιοχής αλλά και στην πολυάριθμη ομογένεια της Μελβούρνης.
Και έπεται συνέχεια.
Μα ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά τους.

